Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορίες του καφενέ :

  Φιλοξενία...



Θα κάνω την έναρξη των ιστοριών του καφενέ 
όχι με μια δική μου ιστορία αλλά με μια φιλοξενία. 
Κι όχι με μια ιστορία που γράφτηκε για τη συγκεκριμένη 
ας την πούμε Πρόκληση,
αλλά με μια ιστορία που γράφτηκε πριν από πολλές πολλές δεκαετίες. Ανήκει στον Ιωάννη Θ. Χιονίδη,  παππούς του φίλου Δημήτρη Ασλάνογλου. Η ιστορία που φιλοξενώ σήμερα,  είναι μέρος των αρχείων του Ιωάννη Χιονίδη  γραμμένα από εκείνον σε ηλικία 16 ετών !



Αφήνω τον φίλο Δημήτρη να μιλήσει ....
"Δεν ήταν ποιητής ή συγγραφέας ο παππούς, απλά τα βρήκε ο θείος μου, μου τα εμπιστεύθηκε και είπα να δημιουργήσω κάτι  με τις εμπνεύσεις που μου έδωσαν.
Με πολύ λίγα λόγια, βρήκα θαμμένα 
14 δισέλιδα διηγήματά του με πολύ ώριμη γραφή, 
παρ' όλη την ανωριμότητα της ηλικίας και με ένα τρόπο γραμμένα, 
που με συγκίνησαν και με ώθησαν στην ενέργεια, 
της έκδοσης κάποιου βιβλίου. 
Εκ παραλλήλου θα παραθέτω δικά μου ποιήματα και φράσεις 
που γράφτηκαν μετά το 2011 
αλλά και πιο πριν αλλά δεν δημοσιεύτηκαν στο πρώτο μου βιβλίο.

(Η ιστορία διαδραματίζεται στο καφενέ ενός ξενοδοχείου
και γράφτηκε εν έτη 1933!)


«ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΠΕ ΑΛΗΘΕΙΑ»

- «Κι όμως είπε αλήθεια, ο Γεράσιμος Κυρ- Νίκο»,
είπε στον Κυρ-Νίκο τον ξενοδόχο, ένας φίλος του, που καθόταν παραπέρα, στο μικρό τραπεζάκι, ρουφώντας ένα πολίτικο καφέ και χαϊδεύοντας αρειμανίως τα μεγαλόπρεπα μουστάκια του. Ο Κυρ-Νίκος όμως κάμει μιά μεταβολή, βάζει τα χέρια του στη μέση, ανοίγει τα πόδια του, τα στερεώνει στο δάπεδο, παίρνει ύφος μεσαιωνικού ιππότου και λέγει στο φίλο του Κυρ-Μανόλη, όνομα και πράγμα.
-«Α φίλε Μανολάκη, δεν έχεις καθόλου δίκιο. Ο Γεράσιμος που λες, είναι ένας πολύ μεγάλος ψεύτης και κλέφτης. Ακούς εκεί τον κρεμανταλά να πει σε ποιόν ; Σε μένα ότι τα λεπτά, που τούδωσα από βραδύς, για ν' αγοράσει από την αγορά διάφορα αναγκαία του μαγαζιού μου, τάδωσε σε μιά φτωχειά οικογένεια. (Τέσσερεις μαζί φωνές, τεσσάρων μικρών παιδιών, λέγει, και μιά συγκινητική χειρονομία, μιάς δύστυχης χήρας, του σταμάτησε τον δρόμο του). Σκέφτηκες, ότι κι αυτός βρίσκεται εις όχι τόσον καλήν οικονομική κατάσταση, πήρε απόφαση και τι λες έκανε Μανόλη; Απλούστατα έδωσε, δήθεν, με μεγάλο κτυποκάρδι, όλα τα χρήματα στη φτωχή γυναίκα κι ύστερα έφυγε γρήγορα-γρήγορα γιά το μαγαζί. Στο δρόμο σκεφτόταν:»
«Τώρα με τι μούτρα θα πάω στο μαγαζί τ' αφεντικού μου ; Τι θα μου πει άραγε ; Τι θα του απαντήσω ; Ε ! το πήρα απόφαση, θα πάω και θα πω: αφεντικό κράτα τα λίγα-λίγα από τον μισθό μου».
-«Και κατά την γνώμη μου Μανολάκη, αυτή είναι μιά πολύ μεγάλη κωμωδία. Ακούς τον βλάκα, νόμιζε ότι θα τον πιστέψω. Έφαγε ο αθεόφοβος, καλά-καλά, τα ωραία μου παραδάκια και εσκέφθηκε να με ξεγελάσει, διηγώντας μου, αυτό το χαριτωμένο παραμύθι του. Αλλά κι εγώ δεν του το χάρισα νομίζω;»
Του είπα: «πάρε τα μπογαλάκια σου και δρόμο από το μαγαζί μου».
-«Καλά μωρέ Νίκο, δεν εσκέφθηκες, ότι σου δουλεύει δώδεκα στρογγυλά χρόνια, μιά ολάκερη ζωή, χωρίς να σου δώσει ποτέ αφορμή για παράπονα; Στ' αλήθεια εξακολουθείς να πιστεύεις ακόμα, ότι μπορούσε να κάμει ένα τέτοιο πράγμα ο Γεράσιμος; Εγώ τουλάχιστον στο λέγω καθαρά, δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό. Και δεν είναι και λογικό, να περιμένει κανείς από έναν άνθρωπο, ωσάν τον Γεράσιμο, να κάμει μία τέτοια βρωμοδουλειά».
(και προς τον εαυτόν του πιό σιγά)
-«Μα και να του πω τώρα, έτσι όπως είναι, ότι εγώ ήμουν αυτόπτης μάρτυς του γεγονότος, ότι πραγματικώς ο Γεράσιμος, δεν τάφαγε τα λεπτά πουθενά αλλού και επομένως, δεν είπε ψέμματα στον Κυρ-Νίκο, βέβαια χωρίς να το θέλω, όλως τυχαία, αυτός δεν θα με πιστέψει και θα με περάσει και μένα για ψεύτη. Όχι όμως! Εγώ, έχω καθήκον να του τα πω όλα κι αν θέλει ας το πιστέψει».
Εν τω μεταξύ όμως ο Κυρ-Νίκος είχε απομακρυνθεί απ' αυτόν κι έφυγε για κάποια δουλειά του. Δεν πρόλαβε καν να του εξηγήσει ο Κυρ-Μανολάκης, αλλά λυπημένος όπως φαινόταν να είναι, ύστερα από την στάση, που κράτησε ο φίλος του ο Νίκος, είπε με λύπη, αυτά στον εαυτό του:
-«Κι όμως είπε αλήθεια».

 πηγη:princess-airis.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου