Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Υπάρχει ακόμη ελπίδα ?

“Στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι μετανάστες!...

 ...Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. 
Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους..."
Την ίδια ώρα που οι κυβερνητικοί βιολιτζήδες και οι συν αυτοίς παίζουν την «Ωδή στη Χαρά» σε χαρούμενους τόνους, τη στιγμή που τα κρατικά ταμεία ξεχειλίζουν από πρωτογενή και δευτερογενή πλεονάσματα και οι τηλεοπτικοί και έντυποι "παπαγάλοι" διαπραγματεύονται αισιόδοξα το τέλος της οικονομικής κρίσης, χιλιάδες άνθρωποι έδωσαν τέλος στη ζωή τους, έκαναν τα παγκάκια των δρόμων καταφύγιο της άστεγης νύχτας τους, είδαν τους κόπους και τα όνειρά τους να γίνονται συντρίμμια μέσα σε μια στιγμή ή έφυγαν μακριά, αναζητώντας την ελπίδα και την αξιοπρέπεια στη ζωή τους. Ανεργία, καχυποψία, εχθρότητα, θυμός και αγανάκτηση και βουτηγμένοι όλοι στο πολιτικό ψέμα.

Μέσα σε όλη αυτήν την παράσταση, είναι βέβαιο πως χάσαμε όλοι τη ψυχή μας. Ας κρατήσουμε όμως το κομμάτι της μεγάλης ψυχής, που ανήκει σε όλους. Αυτό της ανάγκης να κρατηθούμε ως άνθρωποι και να ενώσουμε τις φωνές και τα συναισθήματά μας, βαδίζοντας σε έναν κοινό δρόμο: αυτόν της σωτηρίας όλων μας! Βιώνοντας όλες αυτές τις καταστάσεις, το μυαλό μου διαρκώς ανατρέχει στις εικόνες και τα νοήματα του αριστουργηματικού μυθιστορήματος «Τα σταφύλια της οργής» του Τζον Στάινμπεκ, που αναφέρεται στους φτωχούληδες όπου γης. Ο Τζον Φορντ το μετέφερε με έξοχο τρόπο στη μεγάλη οθόνη και η ταινία χαρακτηρίστηκε ως «ένα μάτσο ψέματα» και «απροκάλυπτη κομμουνιστική προπαγάνδα». Οι τράπεζες την έκριναν «επικίνδυνα ανατρεπτική και υστερικά μεροληπτική σε βάρος του υγιούς κομματιού της Αμερικής», αλλά εβδομήντα πέντε χρόνια μετά, δείχνει σα να γυρίστηκε χθες!
Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας φτωχών αγροτών από την Οκλαχόμα, της οικογένειας Τζόουντ, που μετά το κραχ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης το 1929 και την περίοδο της μεγάλης οικονομικής ύφεσης που ακολούθησε χάνουν τη φάρμα τους και αναγκάζονται να πάνε στην Καλιφόρνια για να δουλέψουν ως εργάτες πλέον στα χωράφια των πλούσιων γαιοκτημόνων της περιοχής. Φθάνοντας εκεί συναντούν πλήθη και άλλων απελπισμένων αγροτών που έχουν κάνει το ίδιο ταξίδι με την ελπίδα να ξαναφτιάξουν κι αυτοί τη ζωή τους: να δημιουργήσουν οικογένεια, να βρουν μια σταθερή δουλειά, να μη χάσουν την αξιοπρέπειά τους. Ζουν σε έναν καταυλισμό όπου οι ανάγκες είναι τεράστιες και τα αφεντικά τούς εκμεταλλεύονται. Εκείνοι τότε οργανώνονται σε συνδικάτο και αναπόφευκτα συγκρούονται με την ιδιοκτησία. Η σύγκρουση είναι εξαιρετικά βίαιη. Ο Τομ Τζόουντ, ο οποίος είχε καταδικαστεί παλαιότερα για δολοφονία, αλλά ύστερα από ένα διάστημα στη φυλακή πήρε αναστολή για το υπόλοιπο της ποινής του, αναγκάζεται να ξανασκοτώσει και να ζήσει πλέον ως φυγάς. Αποχαιρετά τους γονείς του, αλλά τη στιγμή που φεύγει λέει πως ό,τι και να συμβεί από εδώ και στο εξής θα αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα υπέρ των φτωχών.
“Στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι μετανάστες!...
...Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους...Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο. Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν, μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια, που οι ίδιοι έφτιαξαν. Θα βρίσκομαι εκεί...»"

Εμείς βέβαια, δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρίσκεται το στίγμα μας ως χώρα, ούτε ποιός είναι ο χτύπος της συλλογικής καρδιάς μας. Ένα πράγμα όμως θα πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας: πως όσο υπάρχει ανθρωπιά και αγάπη για τον άλλο, υπάρχει ακόμη ελπίδα σε αυτόν τον κόσμο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου