Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

«Τέσερεις μέρες πριν τις εκλογές.

Πόσο παριστάνεται ότι 
σας νοιάζει.
Και πόσο βαριέται η χώρα. 

Και πόσο κουράστηκε να δίνει κάθε λίγους μήνες ραντεβού με τον οδοντίατρο της κάλπης για καθαρισμό, λεύκανση και σφραγισματάκι. Και πόσο αφήσαν τα κορμιά και τα μυαλά τους εκεί στις θάλασσες οι νέοι. Σε μια χειμερία νάρκη δίχως άλλη καύ*λα για αισιοδοξία. Να μείνουν ή να φύγουν. Από τη χώρα που βαριέται να μιλήσει στον μπαμπά και τη μαμά της για τα λάθη που δεν λύνονται δίχως αμοιβαία συγγνώμη και πάμε απ' την αρχή ξανά. Μάθαμε να τρέχουμε όλο γκάζια με δανεικά και ξεχάσαμε να περπατάμε και να κολυμπάμε και να ξεκουραζόμαστε αγκαλιά. Με την αριστερά ν' αλληλοχτυπιέται μαλθακά, με ιδεολογικά π*έη σε λειψή στ*ύση. Με κάθε δημιουργική αίγα στειρωμένη. Με τα μαντρόσκυλα της δεξιάς να καραδοκούν σαν ύαινες ψωριάρικες να φάνε με λύσσα τα κοκαλάκια όποιας μερίδας της κοινωνίας μείνει στα πιάτα της παραγωγής και της ανάπτυξης που καρκινιάζει. Να χαλαρώσουν τη γραβάτα και να ρίξουν κανά λέλουδο στον καθρέφτη που δείχνει τη μουτσούνα τους να τραγουδά στίχους όλο καψούρα. Κι ας μην ερωτεύτηκαν ποτέ.

Μια βδομάδα πριν τις εκλογές.
Και πόσο αστείο μοιάζει να βλέπεις ανθρώπους να υποστηρίζουν πεισματικά το δίκιο τους κόντρα στα δίκια των άλλων. Και πόσο γέρασαν οι παλιοί για να θυμίζουν τα σκοτάδια που κρύβει ο χρόνος για όσους κοιτούν αδιάφορα ή με καχυποψία κάθε τι μη δικό τους. Και πόσο αδικοχαμένα σβήνουν οι φλόγες κάθε προσπάθειας όταν έχουμε μάθει να μπερδεύουμε τις ντροπαλές εστίες με πυρκαγιές εμπρηστικές. Όταν φοβάμαι και φοβάσαι και φοβάται και φοβόμαστε και φοβάστε και φοβούνται. Κι όταν βαριέμαι να σας εξηγώ πια τι εννοώ κι εγώ. Κι όταν χειροκροτούμε τα μπορούμε κι ύστερα πού*τσα μπάλα και καράτε για όσα χρυσά αιδοί*α φαντασιωνόμαστε ή μαμ κακά και νάνι. Με όσα ταβερνίσια κρασοπότηρα μας άφησαν οι λήσταρχοι. Γλέντι και χαρά όλο νύστα για το αυριανό ξύπνημα. Κι αν έχεις λόγο να ξυπνήσεις.

Μια βδομάδα πριν τις εκλογές.
Κι ανάθεμα κι αν θυμάσαι πόσο εγκάρδια χειροκροτείς όταν κάποιος σου λέει ξύπνα. Μάθαμε να βάζουμε σνουζ. Αναβολή του σήμερα. Και το αύριο μακριά. Πού να τρέχουμε τώρα. Είναι κι ακριβά τα υλικά και ξοδέψαμε όσα είχαμε στην παραλία. Δεν θυμάσαι και που έβαλες την κάρτα μετά το χθεσινό μεθύσι της βεράντας. Έρχεται φθινόπωρο και θα κάνει κρύο. Καλύτερα εδώ. Χουζούρι ζεστό. Να 'χες κι ένα σώμα όλο αγάπη να σε ζεστάνει. Κι αν είσαι από εμάς που βρίσκουμε κι αν έχεις ένα ένστικτο βαθύ ότι μπορείς να τα καταφέρεις, έχεις ευθύνη φίλε μου. Ατομικά δεν σε συμφέρει. Εγωιστικά κι άμα το δεις, σε συμφέρει το εμείς. Πιο πολλά εσύ για σένα γύρω. Να έχεις βοήθεια. Και συντροφιά. Κι άμα δεν έχεις στον ήλιο μοίρα, ξεκίνα με συννεφιά. Εσύ, εγώ, αυτή, αυτός, ένας καφές, οι αναμνήσεις και μια μπύρα. Αυτό είναι η μοίρα. υλικά και σώματα. Πόσα θα πάνε χαμένα το ξέρει ο καιρός. Κι έχει κι αυτός κυκλοθυμία.

Μια βδομάδα πριν τις εκλογές.
Και τρέμω στην ιδέα ότι αυτό ήταν κι αυτό θα είναι ή κάτι χειρότερο. Πιο μίζερο. Πιο ξενοφοβικό. Πιο μισαλλόδοξο. Πιο γερασμένο. Κι είμαι ο πιο αισιόδοξος της παρέας ρε γαμώτο. Ομοιοπαθητική. Πάμε για μπάνιο με σύννεφα. Μπας και γίνουμε χειμερινοί κολυμβητές. Τόσο αφού μας πάει το καλοκαίρι. Τουλάχιστον μη βαριέστε. Και μην κοιμάστε. Ονειρευτείτε μια γλυκιά παρτού*ζα με βροχή στην άμμο. Δίχως κανένα ρούχο ή κόσμημα ή φυλαχτό ή όχημα ή στέγαστρο να μας διαχωρίζει και να μας προστατεύει. Εμείς είμαστε. Εμείς μείναμε κι από εμάς εξαρτάται. Ψηλά τα κύματα; Κοντή γιορτή; Ας είναι. Κυριακή.


Του Ν. Ανδρουλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου